Trojan Economics
is the leading competition economics consultancy in Cyprus
Market leading expertise, outstanding contribution
Trojan Economics
comprises of a strong team of specialized competition economists
Ερωτήσεις και Απαντήσεις σε σχέση με τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων
Οι βασικές αλλαγές που επιφέρει ο νέος νόμος για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων

Στις 20 Ιουνίου 2014 τέθηκε σε εφαρμογή ο Περί Ελέγχου των Συγκεντρώσεων Νόμος του 2014, Νόμος αρ....

Περισσότερα...
Bridging the gap between economic analysis and legal reasoning
we
build sensible and rigοrous arguments with relevant conclusions based on robust economic research and quantitative methods
Απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου στις Προσφυγές με αριθμο 5669/2013 και 5670/2013
Trojan Economics
the competition economics experts

Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις Αρ. 5669/2013 και 5670/2013, Πφαϊζερ Ελλάς Ανώνυμη Βιομηχανική Εμπορική Εταιρεία Φαρμακευτικών-Χημικών Προϊόντων και Κτηνοτρόφων και Phadisco LTD εναντίον Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού

 

Στις εν λόγω προσφυγές οι εταιρείες Pfizer Hellas-Cyprus Branch (εφεξής «Αιτήτρια 1») και Phadisco Ltd (εφεξής «Αιτήτρια 2»)επιδίωκαν την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (εφεξής η «Επιτροπή») βάσει της οποίας διαπιστώθηκε παράβαση του άρθρου 6(1)(δ) του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, Ν. 13(Ι)/2008 (εφεξής ο «Νόμος») και ως εκ τούτου επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμο ύψους €8.234 και €206.168 στην Αιτήτρια 1 και 2 αντιστοίχως.

Ιστορικό

Η εταιρεία Άκης Παναγιώτου & Υιός Λτδ είχε υποβάλει στις 07.10.2005 καταγγελία στην Επιτροπή εναντίον της Wyeth Hellas-Cyprus Branch, λόγω προώθησης με αθέμιτο τρόπο συγκεκριμένου εμβολίου κατά της μηνιγγίτιδας. Παράλληλα, η πιο πάνω εταιρεία υπέβαλε συμπληρωματική καταγγελία εναντίον της Αιτήτριας 2, η οποία και ήταν υπεύθυνη για την εμπορική προώθηση των προϊόντων της Wyeth Hellas-Cyprus Branch.

Ακολούθως και ενώ εκκρεμούσε η διαδικασία διερεύνησης της καταγγελίας από την Υπηρεσία της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, η Επιτροπή ανακάλεσε τις σχετικές αποφάσεις της λόγω διαπίστωσης παρανομίας στη συγκρότηση / σύνθεσή της (Βλέπε σχετικά Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Δημοκρατίας κ.α. (2007) 3 Α.Α.Δ. 560). Ως αποτέλεσμα, διεξήχθη εκ νέου έρευνα της εν λόγω καταγγελίας, η οποία και οδήγησε στην έκδοση απόφασης εναντίον της Wyeth Hellas-Cyprus Branchκαι της Αιτήτριας 2 για παράβαση του άρθρου 6(1) του Νόμου. Παράλληλα όμως και ενώ εκκρεμούσε προσφυγή εναντίον της εν λόγω απόφασης της Επιτροπής (αρ. 1074/2009 και 1073/2009), αυτή ακυρώθηκε λόγω της εκ νέου διαπίστωσης κακής σύνθεσης της Επιτροπής κατά τον επίδικο χρόνο της λήψης της (Βλέπε σχετικά Exxon Mobil Cyprus Ltd κ.α. v. Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού (2011) 3 Α.Α.Δ. 449).

Συνακόλουθα, η Επιτροπή υπό νέα σύνθεση προχώρησε σε ανάκληση των σχετικών της αποφάσεων και αποφάσισε όπως διεξαχθεί εκ νέου έρευνα, χρησιμοποιώντας το υλικό που είχε ήδη συλλεγεί στα πλαίσια της προηγούμενης έρευνας. Εντωμεταξύ, η Αιτήτρια 1 είχε απορροφήσει την εταιρεία Wyeth Hellas S.A. με αποτέλεσμα να αποτελεί την οικονομική της συνέχεια. Αποτέλεσμα της έρευνας και της υποβολής των θέσεων των εμπλεκομένων μερών, ήταν η διαπίστωση ότι οι Αιτήτριες 1 και 2 καταχράστηκαν τη δεσπόζουσα θέση που κατείχαν στην αγορά του εμβολίου κατά του πνευμονιόκοκκου, αφού σύμφωνα με την Επιτροπή «…προσπαθούσαν να διεισδύσουν με αθέμιτο τρόπο στην αγορά εμβολίου κατά του μηνιγγιδόκοκκου…». Ως αποτέλεσμα, επιβλήθηκε διοικητικό πρόστιμου ύψους €8.234 και €206.168 στις Αιτήτριες 1 και 2, αντιστοίχως.

Λόγοι ακύρωσης

Ι. ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΝΟΜΙΜΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΤΗΣ ΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

Οι Αιτήτριες προέβαλαν ως ισχυρισμό τους ότι η προσβαλλόμενη απόφαση της Επιτροπής είναι παράνομη και αποτελεί το προϊόν ανεπαρκούς έρευνας και επακόλουθης νομικής και πραγματικής πλάνης. Συγκεκριμένα, ήταν ο ισχυρισμός τους ότι η Επιτροπή δεν είχε τη δυνατότητα να προχωρήσει με επιβολή διοικητικού προστίμου, αφού παρήλθε η προθεσμία των 5 ετών, ως αυτή καθορίζεται σχετικά από το άρθρο 41(1)(β) του Νόμου. Συνεπώς, οι Αιτήτριες υποστήριξαν ότι είναι κρίσιμο να απαντηθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο ο χρονικός περιορισμός της πενταετίας διακόπτεται και/ή επηρεάζεται από ανακλητικές πράξεις, που ως αποτέλεσμά τους έχουν την αναδρομική εξαφάνιση των πράξεων που αυτές αφορούν.

Εν αντιθέσει, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η επίδικη απόφασή της έχει ληφθεί αφότου είχε διεξαχθεί επαρκής, δέουσα έρευνα και ορθή άσκηση των εξουσιών της, ως αυτές καθορίζονται από το Νόμο και τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου. Ως προς την προθεσμία των 5 ετών, ήταν η θέση της Επιτροπής ότι η εν λόγω διάταξη αφορά περιορισμό ως προς την επιβολή του διοικητικού προστίμου και όχι περιορισμό ως προς τη διαπίστωση της παράβασης. Παραθέτοντας σχετική νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναλύοντας τις περιόδους αναστολής της προθεσμίας, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το συνολικό διανυθέν διάστημα ήταν 4 χρόνια και 150 μέρες, με αποτέλεσμα να καταρρίπτεται ο ισχυρισμός περί υπέρβασης του χρονικού πλαισίου των 5 ετών.

Το Δικαστήριο απορρίπτοντας τα όσα προβάλλονταν από τις Αιτήτριες 1 και 2, επεσήμανε ότι εφόσον το ζήτημα της παραγραφής για όσο διάστημα εκκρεμεί μία υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου δεν καθορίζεται ρητά εκ του Νόμου, ορθά η Επιτροπή σύμφωνα με τα όσα καθορίζονται στο άρθρο 50 του Νόμου, εφάρμοσε κατ’ αναλογία το άρθρο 25(6) του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003, όπου ρητά καθορίζεται ότι «…η παραγραφή που ισχύει για την επιβολή προστίμων και χρηματικών ποινών αναστέλλεται για όσο καιρό η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούσας διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου». Όπως χαρακτηριστικά είχε επισημανθεί στην απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Limburgse Vinyl Maatschappij (LVM) and Others v. Commission, (C-244/99, C-245/99, C-247/99, PC-250/99 έως C-252/99 και C-244/99), «…..ο μηχανισμός της αναστολής έχει έννοια μόνον, ακριβώς, στην περίπτωση κατά την οποία όντως ακυρωθεί η απόφαση της Επιτροπής, δηλαδή όταν η απόφαση αυτή θεωρείται συνεχεία ότι ουδέποτε υπήρξε».

Ως αποτέλεσμα, το Δικαστήριο έκρινε ότι ορθά δεν είχε ληφθεί υπόψη η χρονική περίοδος για όσο διάστημα εκκρεμούσαν ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου οι προσφυγές αρ. 1073/09 και 1074/09.[1] Συνεπώς, μετά από την ακυρωτική απόφασή τους από την πλήρη ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η Επιτροπή είχε νομικό καθήκον να προβεί σε επανεξέτασή τους προβαίνοντας σε χρήση του υλικού που είχε ήδη συλλεγεί κατά τον ουσιώδη χρόνο, εφόσον η ακυρωθείσα απόφαση της Επιτροπής θεωρείται ως μηδέποτε γενόμενη.

ΙΙ. ΣΧΕΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ

Οι Αιτήτριες 1 και 2 υποστήριξαν ότι η Επιτροπή δεν έχει ορθά προσδιορίσει τη σχετική αγορά υπό τις περιστάσεις, με αποτέλεσμα η κατάληξη περί κατάχρησης της δεσπόζουσας θέσης να είναι εσφαλμένη. Ειδικότερα, ήταν η θέση τους ότι ως προς τον προσδιορισμό της σχετικής αγοράς θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη στοιχεία που αφορούσαν το μερίδιο που το ίδιο το κράτος κατέχει στον τομέα των φαρμάκων, καθώς και στοιχεία από άλλους ανταγωνιστές τους στη σχετική αγορά.

Το Δικαστήριο απέρριψε τον προβαλλόμενο ισχυρισμό, επισημαίνοντας ότι το ζήτημα του καθορισμού της σχετικής αγοράς αποτελεί θέμα κατ’ εξοχήν τεχνικό, με το Δικαστήριο να μπορεί να επέμβει μόνο σε περίπτωση που διαπιστώνεται αδιαμφισβήτητη πλάνη, κακοπιστία ή έλλειψη δέουσας έρευνας, (Βλέπε σχετικά Photos Karseras Manhattan Properties and Developers and Investments Ltd κ.α. v. Δημοκρατίας, A.E. 24/2011, ημερ. 18.07.2016). Με εφαρμογή στα πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή είχε προβεί σε μία καθ’ όλα αιτιολογημένη απόφαση με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί περί λανθασμένης εφαρμογής των προϋποθέσεων του άρθρου 6(1) του Νόμου, καθώς και της έλλειψης δέουσας έρευνας να απορρίπτονται.

ΙΙΙ. NE BIS IN IDEM

Ήταν η θέση των Αιτητριών 1 και 2, ότι η ανάκληση δεν έχει οδηγήσει σε «εξαφάνιση» των προηγούμενων αποφάσεων της Επιτροπής με αποτέλεσμα να προκύπτει θέμα περί παράβασης της βασικής νομικής αρχής «ουδείς δικάζεται εκ δευτέρου για το ίδιο αδίκημα και ουδείς τιμωρείται εκ δευτέρου για την ίδια πράξη ή παράλειψη (ne bis in idem)», εφόσον οι πρώτες έχουν δικαστεί 3 φορές για το αυτό αδίκημα.

Ως προς την εφαρμογή της αρχής «ne bis in idem» στον τομέα του ανταγωνισμού, το Δικαστήριο τόνισε ότι από τη νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης προκύπτει διάκριση ανάμεσα στις περιπτώσεις που η απόφαση είχε ακυρωθεί για λόγους διαδικασίας και σε εκείνες που η ακύρωση προέκυψε λόγω έλλειψης επαρκούς απόδειξης. Βάσει της αρχής «ne bis in idem» απαγορεύεται στην περίπτωση που η ακύρωση της απόφασης προέκυψε λόγω έλλειψης επαρκούς απόδειξης να προβεί σε νέα ουσιαστική εκτίμηση του υποστατού της παράβασης (Βλέπε σχετικά Limburgse Vinyl Maatschappij ως ανωτέρω). Όπως χαρακτηριστικά έχει επισημανθεί «……δεν εμποδίζει αφ’ εαυτής την επανάληψη των διώξεων που έχουν ως αντικείμενο την ίδια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, όταν η πρώτη απόφαση ακυρώθηκε για τυπικού λόγους χωρίς να έχει εκδοθεί επί της ουσίας για τα προσαπτόμενα περιστατικά, αφού η ακυρωτική απόφαση δεν ισχύει ως «αθώωση» κατά την έννοια που προσδίδεται στον όρο στον κατασταλτικό τομέα. Σε μία τέτοια περίπτωση, οι κυρώσεις που επιβάλλονται με τη νέα απόφαση δεν προστίθενται στις επιβληθείσες με την ακυρωθείσας απόφαση, αλλά τις αντικαθιστούν».

Καταλήγοντας, το Δικαστήριο απέρριψε τον εν λόγω προβαλλόμενο ισχυρισμό.

ΙV. ΔΙΚΑΙΗ ΔΙΚΗ

Προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι, έχει παραβιαστεί το δικαίωμα των Αιτητριών σε δίκαιη δίκη (Βλέπε σχετικά άρθρο 30.2 του Συντάγματος και άρθρο 6.1 της Ε.Σ.Δ.Α.), λόγω του ότι η Επιτροπή «ενεργεί ταυτοχρόνως ως διερευνητής / εξεταστής, κατήγορος και δικαστής και λόγω αυτής της συγκέντρωσης λειτουργιών και αρμοδιοτήτων δεν πληρούνται τα κριτήρια για δίκαιη δίκη ενώπιον ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου με πλήρη δικαιοδοσία».

Προς αντίκρουση του εν λόγω ισχυρισμού, το Δικαστήριο επισήμανε ότι η Επιτροπή ως διοικητικό όργανο ενεργεί στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων και υποχρεώσεών της ως αναφέρονται ρητά εκ του Νόμου κατ’ αναλογία του αντίστοιχου πλαισίου λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όσον αφορά σε θέματα δικαίου του ανταγωνισμού. Ως διοικητικό όργανο πληροί τα εχέγγυα της ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, εφόσον ο αναθεωρητικός έλεγχος βάσει του άρθρου 146 του Συντάγματος που δίδει το δικαίωμα προσβολής μιας διοικητικής πράξης ενώπιον αμερόληπτου δικαστηρίου θεωρείται άκρως επαρκής. Σχετικά, τοΔικαστήριοπαρέπεμψεστηνυπόθεση Sigma Radio Television Ltd. V. Cyprus Applications nos. 32181/04 and 35122/05 στηνοποίακρίθηκε ότι «the Supreme Court fully satisfied the requirements of independence and impartiality and provided the other guarantees of Article 6 of the Convention».

Το Δικαστήριο τόνισε επίσης, ότι οι κυρώσεις που επιβάλλονται από την Επιτροπή συνιστούν «διοικητικά πρόστιμα» και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ποινικής φύσεως ποινές, εφόσον «η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού δεν ήταν δικαστήριο, ούτε δικαστική επιτροπή, ούτε ασκούσε δικαστική εξουσία, οι δε ποινές που είχε εξουσία να επιβάλει ήσαν διοικητικές, και όχι ποινικής φύσεως» (Βλέπε σχετικά Αίτηση αρ.78/91, Παμπίνος Χαραλάμπους κ.α. για άδεια υποβολής αίτηση για την έκδοση εντάλματος Prohibition και αφορούσε τη δικαστική διαδικασία που διεξαγόταν ενώπιον της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού σχετικά με την απεργία των πρατηριούχων πετρελαιοειδών με αριθμό 1313/Α).

Κατάληξη

Δεδομένων των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, το Δικαστήριο προχώρησε σε απόρριψη των προσφυγών και σε επακόλουθη επικύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης της Επιτροπής.

 

ΣΧΟΛΙΑ TROJAN ECONOMICS

 

1) Ορισμός σχετικής αγοράς

Η σκέψη του Δικαστηρίου ότι ο ορισμός της σχετικής αγοράς είναι τεχνικής φύσεως θέμα, και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν μπορεί να επέμβει παρά μόνον σε περίπτωση αδιαμφισβήτητης πλάνης, κακοπιστίας ή έλλειψη δέουσας έρευνας, είναι ορθή.[2] Ωστόσο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι στην παρούσα υπόθεση καμία τεχνική ανάλυση δεν είχε διεξαχθεί από την Επιτροπή. Πιο συγκεκριμένα, στην απόφαση της Επιτροπής δεν περιλαμβάνεται ο δοκιμαστικός έλεγχος SSΝIP test ή ανάλυση κριτικής απώλειας πωλήσεων (Critical Loss Analysis) ή έλεγχος συσχέτισης των τιμών (Price Correlation Test) ή έλεγχος συνολοκλήρωσης (Cointegration Test) ή ανάλυση της σταυροειδής ελαστικότητας ζήτησης (Cross Price Elasticities Analysis) για σκοπούς καθορισμού των ορίων της σχετικής αγοράς προϊόντος και της σχετικής γεωγραφικής αγοράς.[3] Συνεπώς, προκαλεί εντύπωση το γεγονός ότι το Δικαστήριο αναφέρει ότι ο ορισμός της σχετικής αγοράς είναι τεχνικής φύσεως ζήτημα, αλλά στην απόφαση της Επιτροπής δεν περιλαμβάνεται καμία τεχνική και/ή ποσοτική ανάλυση. Σε σχέση με την τελευταία παρατήρηση επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο αν και αναγνώρισε ότι θα μπορούσε να εξετάσει εάν ο ορισμός της σχετικής αγοράς είναι αποτέλεσμα ανεπαρκούς έρευνας δεν έκρινε σκόπιμο να σχολιάσει τη μη εφαρμογή ποσοτικής ανάλυσης αναφορικά με τον ορισμό της σχετικής αγοράς από την Επιτροπή.   

Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι δεν υπάρχει καμία ουσιαστική διερεύνηση από το Δικαστήριο του ορισμού της σχετικής αγοράς. Το Δικαστήριο αρκείται να αναφέρει ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση η Επιτροπή εξέτασε το ζήτημα της σχετικής αγοράς, χωρίς να κρίνει εάν τα όσα η Επιτροπή αναφέρει είναι έγκυρα ή όχι, υιοθετώντας ουσιαστικά την πρακτική προηγούμενων αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Αυτή η πρακτική βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με τις αποφάσεις του Γενικού Δικαστήριο στις οποίες εξετάζεται σε βάθος η εγκυρότητα της επιχειρηματολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς, καθώς και η ύπαρξη πλάνης εκτιμήσεως σε σχέση με το ζήτημα αυτό.[4] Είναι πάντως γεγονός ότι ενώ το ζήτημα του ορισμού της σχετικής αγοράς είναι κρίσιμης σημασίας, ιδιαίτερα σε υποθέσεις καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, καθώς στη βάση του ορισμού της σχετικής αγοράς αξιολογείται για παράδειγμα κατά πόσον μία επιχείρηση κατέχει σημαντική δύναμη στην αγορά (π.χ. εκτιμούνται τα μερίδια αγοράς των ανταγωνιστών, τα εμπόδια εισόδου στην αγοράς, η δύναμη των αγοραστών),[5] κανένα Δικαστήριο της Κύπρου δεν έχει μέχρι σήμερα ακυρώσει απόφαση της Επιτροπής λόγω εσφαλμένου ορισμού της σχετικής αγοράς, σε αντίθεση με τα Δικαστήρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[6]

3) Αρμοδιότητες και λειτουργία Επιτροπής

Σε σχέση με την σκέψη του Δικαστηρίου ότι οι αρμοδιότητες και ο τρόπος λειτουργίας της Επιτροπής, ειδικότερα η μεθοδολογία διερεύνησης παραβάσεων και λήψης αποφάσεων, είναι δομημένες κατ’ αντιστοιχία με τον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής όσον αφορά σε θέματα ανταγωνισμού, σημειώνεται ότι αυτή δεν αιτιολογείται επαρκώς.

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή δε διαθέτει εσωτερικό κανονισμό, σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και επομένως δεν μπορεί με ασφάλεια να διαπιστωθεί κατά πόσον ο τρόπος λειτουργίας της Επιτροπής είναι ο ίδιος ή και βασίζεται στον τρόπο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν έχει εκδώσει μέχρι σήμερα κανένα έγγραφο με κατευθυντήριες γραμμές (Guidelines) ή και οποιαδήποτε ανακοίνωση (Notice) ώστε να ενισχύσει τη διαφάνεια των διαδικασιών που ακολουθεί όσον αφορά ορισμένα κρίσιμα ζητήματα (π.χ. ορισμός σχετικής αγοράς, μεθοδολογία υπολογισμού του ύψους των προστίμων, χειρισμό καταγγελιών, πρόσβαση στο διοικητικό φάκελο της υπόθεσης) σε αντίθεση με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή η οποία έχει εκδώσει διάφορα έγγραφα παροχής καθοδήγησης και ενίσχυσης της διαφάνειας των διαδικασιών ενώπιον της.  

Θα πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπάρχουν διάφορες ασφαλιστικές δικλείδες σε σχέση με την αμεροληψία και αντικειμενικότητα των διαδικασιών. Για παράδειγμα, υπάρχει ο θεσμός των Συμβούλων Ακροάσεων (Hearing Officers), ο οποίος επιδιώκει να ενισχύσει την αμεροληψία και αντικειμενικότητα των διαδικασιών ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σε σχέση με υποθέσεις ανταγωνισμού και συγκεντρώσεων επιχειρήσεων. Επισημαίνεται ότι οι Σύμβουλοι Ακροάσεων, οι οποίοι δρουν ανεξάρτητα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω προφορικών ακροάσεων αποφασίζουν σε σχέση με διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των εμπλεκομένων μερών και της Γενικής Διεύθυνσης Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αναφορικά με τα διαδικαστικά δικαιώματα καθώς επίσης και τα αιτήματα τρίτων μερών (third parties) για συμμετοχή στις διαδικασίες ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. 

3) Διοικητικής φύσεως τα πρόστιμα της Επιτροπής

Η σκέψη του Δικαστηρίου σε σχέση με το ότι τα πρόστιμα που επιβάλλει η Επιτροπή είναι διοικητικής φύσεως είναι εσφαλμένη. Παραπέμπουμε σχετικά στα κριτήρια Engel[7]σε σχέση με το χαρακτηρισμό από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) μίας κύρωσης ως ποινικής κύρωσης και στην απόφαση της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Société Stenuit v. France[8]στην οποία χρησιμοποιήθηκαν τα εν λόγω κριτήρια προκειμένου να κριθεί ότι οι κυρώσεις που επέβαλε η Επιτροπή Ανταγωνισμού της Γαλλίας ήταν ποινικής φύσεως. Επισημαίνεται ότι στην εν λόγω υπόθεση λήφθηκε υπόψη το γεγονός ότι η νομοθεσία περί ανταγωνισμού είχε ως σκοπό την προστασία του γενικού συμφέροντος και οι επιβληθείσες κυρώσεις, τόσο σε απόλυτους όρους όσο και ως ποσοστό του κύκλου εργασιών της καταγγελλόμενης επιχείρησης, ήταν σημαντικές σε μέγεθος (5% του κύκλου εργασιών) και είχαν ως σκοπό τόσο την τιμωρία της καταγγελλόμενης επιχείρησης όσο και την αποτροπή παρόμοιων αντιανταγωνιστικών πρακτικών στο μέλλον.

Επίσης, στηνυπόθεση Jussila v. Finland[9] το ΕΔΔΑ σημείωσε ότι «[…] the autonomous interpretation adopted by the Convention institutions of the notion of a “criminal charge” by applying the Engel criteria have underpinned a gradual broadening of the criminal head to cases not strictly belonging to the traditional categories of the criminal law, for example administrative penalties (Öztürk, cited above), prison disciplinary proceedings (Campbell and Fell v. the United Kingdom, 28 June 1984, Series A no. 80), customs law (Salabiaku v. France, 7 October 1988, Series A no. 141-A), competition law (Société Stenuit v. France, 27 February 1992, Series A no. 232-A), and penalties imposed by a court with jurisdiction in financial matters (Guisset v. France, no. 33933/96, ECHR 2000-IX). Tax surcharges differ from the hard core of criminal law; consequently, the criminal-head guarantees will not necessarily apply with their full stringency (see Bendenoun and Janosevic, § 46 and § 81 respectively, where it was found compatible with Article 6 § 1 for criminal penalties to be imposed, in the first instance, by an administrative or non-judicial body, and, a contrario, Findlay, cited above.)».

Το γενικότερο ζήτημα της δίκαιης δίκης είναι κάτι το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, καθώς είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα που εγείρεται από σχεδόν όλους όσους προσφεύγουν εναντίον αποφάσεων της Επιτροπής.  

 

Ως γενικό σχόλιο σημειώνεται η έλλειψη διάθεσης εκ μέρους του Δικαστηρίου να εξετάσει θέματα ουσίας της απόφασης της Επιτροπής ή έστω και θέματα που άπτονται της ύπαρξης πλάνης εκτιμήσεως. Θα πρέπει ωστόσο να παρατηρηθεί ότι και η επιχειρηματολογία που αναπτύχθηκε από τις Αιτήτριες ως προς τους λόγους ακύρωσης της απόφασης της Επιτροπής δε διευκόλυνε το Δικαστήριο να ασκήσει αποτελεσματικό έλεγχο.

 

 

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου

Λουΐζα Κοφινά

 

 


[1] Exxon Mobil Cyprus Ltdκ.α. v. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2011) 3 Α.Α.Δ 449.

[2] Υπόθεση Τ-115/99, SEP v. Commission, [2001] ECR II-691, σκέψη 34, Υπόθεση Τ-193/02, Piau v. Commission, [2005] ECR II-209, σκέψη 81, ΥπόθεσηT‑201/04, Microsoft v Commission, [2007] ECR II‑3601, σκέψη 482, Υπόθεση Τ-151/05, NVV κ.α. v. Commission, [2009] ECR II-1219, σκέψη 53καιΥπόθεσηC‑12/03 P, Commission v. Tetra Laval, [2005] ECR I‑987, σκέψη39.

[3 ]Βλέπετε Ανακοίνωση της Επιτροπής όσον αφορά τον ορισμό της σχετικής αγοράς για τους σκοπούς του κοινοτικού δικαίου ανταγωνισμού, Επίσημη Εφημερίδα αριθ. C 372 της 09/12/1997 σ. 0005 – 0013, παρ. 39.

[4] Ενδεικτικές αποφάσεις όπου το Γενικό Δικαστήριο ενδιέτριψε στην εξέταση του ζητήματος της εγκυρότητας του ορισμού της σχετικής αγοράςείναι:

Υπόθεση T-201/04, Microsoft v. Commission, 2007 OJ C-269, και

Υπόθεση T‑427/08, Confédération européenne des associations d’horlogers-réparateurs (CEAHR) v. Commission.

[5] Υπόθεση T-62/98, Volkswagen AG v. Commission, [2002] ECR II-2707, σκέψη 231.

[6] Βλέπετε ενδεικτικά, Υποθέσεις 6 και 7/72, Europemballage Corp and Continental Can Co Inc v. Commission [1973] ECR 215και ΥπόθεσηT‑427/08, Confédération européenne des associations d’horlogers-réparateurs (CEAHR) v. Commission.

[7] Judgment of the European Court of Human Rights of 8 June 1976, Engel and others v. the Netherlands, § 82, Series A no. 22.

[8] Decision of the Commission of Human Rights of 27 February 1992, Société Stenuit v. France, A/232-A.

[9] Judgment of the European Court of Human Rights (Grand Chamber) of 23 November 2006, Jussila v. Finland, Application no.73053/01