Trojan Economics
is the leading competition economics consultancy in Cyprus
Market leading expertise, outstanding contribution
Trojan Economics
comprises of a strong team of specialized competition economists
Ερωτήσεις και Απαντήσεις σε σχέση με τις συγκεντρώσεις επιχειρήσεων
Οι βασικές αλλαγές που επιφέρει ο νέος νόμος για τον έλεγχο των συγκεντρώσεων

Στις 20 Ιουνίου 2014 τέθηκε σε εφαρμογή ο Περί Ελέγχου των Συγκεντρώσεων Νόμος του 2014, Νόμος αρ....

Περισσότερα...
Bridging the gap between economic analysis and legal reasoning
we
build sensible and rigοrous arguments with relevant conclusions based on robust economic research and quantitative methods
Απόφαση Διοικητικού Δικαστηρίου στις Προσφυγές με αριθμο 5669/2013 και 5670/2013
Trojan Economics
the competition economics experts

Υπόθεση Αρ. 256/2013, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. 1. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού και 2. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ημερομηνίας 22.12.2016

Η Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου (εφεξής η «Αιτήτρια») με την παρούσα προσφυγή αιτήθηκε την ακύρωση της απόφασης της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (εφεξής η «Επιτροπή»), δυνάμει της οποίας της είχε επιβληθεί πρόστιμο ύψους €2.150.680, λόγω παράβασης του άρθρου 6(1)(α) του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, Νόμος 13(Ι)/2008.

Ιστορικό

Η καταγγελία[1] εναντίον της Αιτήτριας αφορούσε πιθανολογούμενη παράβαση του άρθρου 6 του περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, Νόμος 207/1989, ως ίσχυε προτού καταργηθεί και αντικατασταθεί από τον περί της Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμο, Νόμο 13(Ι)/2008 (εφεξής ο «Νόμος»). Αρχικά, η Επιτροπή εξέδωσε απόφαση για διερεύνηση της σχετικής καταγγελίας από την Υπηρεσία της Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, απόφαση η οποία εν τέλει ανακλήθηκε λόγω της διαπίστωσης παρανομίας στη σύνθεση / συγκρότηση της Επιτροπής.[2] Ως εκ τούτου, λήφθηκε υπό νέα σύνθεση, απόφαση για εξ υπαρχής διερεύνηση της σχετικής καταγγελίας και προτού ολοκληρωθεί η έρευνα και εκδοθεί απόφαση με την οποία να διαπιστώνονται παραβάσεις του Νόμου, η Επιτροπή ανακάλεσε όλες τις προηγούμενες αποφάσεις που έλαβε σε σχέση με την εν λόγω υπόθεση. Ακολούθως, δόθηκαν οδηγίες για εξ υπαρχής διεξαγωγή έρευνας βάσει του νομικού και πραγματικού υποβάθρου που ίσχυε κατά το χρόνο της ανακαλούμενης απόφασης. Εν συνεχεία, η Επιτροπή στις 20.06.2012 προχώρησε με τον καταρτισμό Έκθεσης Αιτιάσεων και ακολούθως, διαπίστωσε παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου, επιβάλλοντας στην Αιτήτρια πρόστιμο ύψους €2.150.680.

Θέσεις των εμπλεκομένων μερών

I. Παράβαση Άρθρων 12 και 179 του Συντάγματος

Ήταν η θέση της Αιτήτριας ότι η απόφαση της Επιτροπής είναι αντισυνταγματική, καθότι παραβιάζει τα άρθρα 12 και 179 του Συντάγματος. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε αρχικά, ότι είχε την ευκαιρία να εξετάσει το εν λόγω επιχείρημα της Αιτήτριας σε προγενέστερη υπόθεση.[3] Παρ’ όλα αυτά όμως, η παρούσα υπόθεση διαφέρει λόγω του ότι η Επιτροπή δεν είχε προχωρήσει με την έκδοση απόφασης, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να γίνει αποδεκτό το επιχείρημα της Αιτήτριας ότι με την ανάκληση της διοικητικής διαδικασίας, υπήρξε απαλλαγή της. Συγκεκριμένα, το άρθρο 179 του Συντάγματος επιβάλλει στην Επιτροπή, ως διοικητικό όργανο, να ενεργεί κατά τρόπο σύμφωνο με το Σύνταγμα. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, η επανεξέταση της ακυρωθείσας διοικητικής πράξης δεν παραβιάζει τα δικαιώματα της Αιτήτριας και ειδικότερα, την αρχή του δεδικασμένου (αρχής ne bis in idem), ακόμη και εάν θεωρηθεί ότι η εν λόγω αρχή δύναται να τύχει εφαρμογής σε περιπτώσεις διοικητικής φύσεως. Ειδικότερα, η αρχή του δεδικασμένου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι είχε παραβιαστεί μόνο σε περίπτωση που η πρώτη δίκη/διοικητική πράξη ήταν έγκυρη. Ακολούθως, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση της Αιτήτριας.

II. Απόφαση προϊόν πραγματικής πλάνης και έλλειψης δέουσας έρευνας

Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή είχε ενεργήσει υπό το καθεστώς πραγματικής πλάνης και δε διεξήγαγε δέουσα έρευνα. Συγκεκριμένα υποστήριξε, ότι η Επιτροπή είχε ορίσει λανθασμένα και/ή είχε αποτύχει να ορίσει τη σχετική αγορά ορθά, με αποτέλεσμα η απόφαση της να πάσχει. Ειδικότερα, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη, εφόσον θεώρησε ότι η υπηρεσία i-choice που παρέχεται στη λιανική αγορά μπορεί να διαχωριστεί από την υπηρεσία net-runner, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για δύο συνδεδεμένες υπηρεσίες που είναι απαραίτητες και οι δύο για την εξασφάλιση πρόσβασης από τους χρήστες στο διαδίκτυο.

Το Ανώτατο Δικαστήριο συμφώνησε με τη θέση της Επιτροπής ότι οι δύο αναφερόμενες υπηρεσίες μπορούσαν να διαχωριστούν, λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη την παραδοχή της Αιτήτριας ότι, κάποιος δύναται να αποκτήσει από την τελευταία πρόσβαση μόνο στην υπηρεσία i-choice ή στην υπηρεσία net-runner, ενώ πρόσβαση σε υπηρεσία αντίστοιχη του net-runner ή την υπηρεσία i-choice, αντιστοίχως μπορεί να αποκτηθεί από κάποιο άλλο εναλλακτικό πάροχο.

Επιπλέον, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη εφόσον θεώρησε ότι η δεσπόζουσα θέση που κατείχε η πρώτη στην αγορά της ευρυζωνικής πρόσβασης στο διαδίκτυο της επέτρεπε να ελέγξει την αγορά της συνδρομητικής τηλεόρασης. Συγκεκριμένα, υποστήριξε ότι οι εν λόγω αγορές είναι διακριτές μεταξύ τους και όχι συνδεδεμένες, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί η συμπεριφορά της Αιτήτριας στην αγορά της συνδρομητικής τηλεόρασης στην οποία και δεν κατείχε δεσπόζουσα θέση. Σε απάντηση, το Ανώτατο Δικαστήριο παρέπεμψε στο άρθρο 14(3) της Οδηγίας 2002/21/ΕΚ,[4] το οποίο και έχει ως ακολούθως «Εάν μια επιχείρηση έχει σημαντική ισχύ σε μια συγκεκριμένη αγορά είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι κατέχει σημαντική ισχύ και σε μια στενά συνδεδεμένη με αυτή αγορά, εάν οι δεσμοί μεταξύ των δύο αγορών είναι τέτοιοι ώστε να είναι δυνατή η εκμετάλλευση της ισχύος στη μια αγορά στο πλαίσιο της άλλης αγοράς, ενισχύοντας έτσι τη θέση ισχύος της επιχείρησης στην αγορά». Εν συνεχεία, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση της Επιτροπής ήταν πλήρως αιτιολογημένη σε σχέση με το εν λόγω σημείο, με αποτέλεσμα να μην παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο δυνάμει των αρχών της νομολογίας να επέμβει στην κρίση της διοίκησης (εν προκειμένω της Επιτροπής), εκτός και εάν εκ των πραγματικών γεγονότων προέκυπτε ότι η Επιτροπή είχε υπερβεί τα άκρα όρια της διακριτικής της ευχέρειας.

III. Έλλειψη εξουσίας εξέτασης της καταγγελίας

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε το επιχείρημα της Αιτήτριας, ότι η Επιτροπή δυνάμει των διατάξεων του Νόμου στερείτο εξουσίας να εξετάσει την παρούσα καταγγελία με το επιχείρημα ότι αυτή είχε υποβληθεί δυνάμει των προνοιών του περί Προστασίας του Ανταγωνισμού Νόμου, Νόμος 207/1989. Συγκεκριμένα, το άρθρο 53(4) του Νόμου 13(Ι)/2008 που αντικατέστησε τον Νόμο 207/1989 καθορίζει ρητά ότι η διαδικασία εξέτασης καταγγελιών που κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του Νόμου εκκρεμούσαν ενώπιον της Επιτροπής που είχε ιδρυθεί δυνάμει του Νόμου, 207/1989, θεωρούνται ως καταγγελίες εκκρεμούσες ενώπιον της Επιτροπής.

IV. Εξουσία επιβολής διοικητικού προστίμου δυνάμει του Άρθρου 41

Η Επιτροπή θεωρώντας ότι δεν υπήρχε στο Νόμο ειδική πρόνοια περί της επιβολής προστίμου σε περιπτώσεις που αποφάσεις της ανακαλούνται, και επικαλούμενη το άρθρο 50 του Νόμου, εφάρμοσε κατά αναλογία τις αντίστοιχες διατάξεις του ενωσιακού Δικαίου του Ανταγωνισμού, ήτοι το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1/2003. Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, το άρθρο 25 δε ρυθμίζει ειδικά το εν λόγω θέμα και συνεπώς δε μπορούσε να τύχει εφαρμογής στην παρούσα προσφυγή. Συγκεκριμένα, το άρθρο 25 του Κανονισμού (ΕΚ) αρ. 1/2003 θα μπορούσε να τύχει επίκλησης μόνον εάν είχε προηγηθεί έκδοση απόφασης πριν από την προσβαλλόμενη απόφαση. Η παρούσα υπόθεση αφορούσε ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης, η οποία και έχει ως αποτέλεσμα την εξ υπαρχής εξαφάνιση της (ex tunc), καθώς και την αποκατάσταση της νομικής κατάστασης ως ίσχυε πριν από την έκδοση της ανακληθείσας απόφασης.

Ακολούθως, κρίσιμο ερώτημα που απασχόλησε το Δικαστήριο ήταν το κατά πόσον η Επιτροπή είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει το υλικό του φακέλου που είχε συλλεγεί από την ημερομηνία λήψης της αρχικής απόφασης διερεύνησης (ήτοι την 18.10.2005) έως και την ημερομηνία της πρώτης ανάκλησης (ήτοι την 29.01.2008). Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν αρνητική, επισημαίνοντας ότι σε διαδικασίες επανεξέτασης μετά από ανάκληση της απόφασης από το ίδιο το διοικητικό όργανο λόγω διαπίστωσης παρανομίας σε άλλη δικαστική διαδικασία δε μπορούν να τύχουν επεξεργασίας από το διοικητικό όργανο στοιχεία που είχαν συλλεγεί, εφόσον με την ανάκληση θεωρείται ότι η παράνομη πράξη δεν υπήρξε ποτέ, με αποτέλεσμα το τι είχε μεσολαβήσει να μη μπορεί να επιβιώσει. Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι υπό κανονικές συνθήκες η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να λάβει υπόψη το υπάρχον υλικό του διοικητικού φακέλου, αλλά είχε ως καθήκον να προβεί σε νέα έρευνα.

Ενδιαφέρον όμως παρουσιάζει, μία ιδιομορφία της παρούσας υπόθεσης. Παρόλο που η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει το υπάρχον υλικό του διοικητικού φακέλου, η Αιτήτρια είχε ανεπιφύλακτα αποδεχθεί τη χρήση συγκεκριμένου υλικού. Το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι, η ανεπιφύλακτη αποδοχή από την Αιτήτρια, της στερούσε το έννομο συμφέρον προβολής ισχυρισμού περί παραβίασης του νομικού και πραγματικού καθεστώτος βάσει του οποίου και έπρεπε να γίνει η επανεξέταση του ζητήματος.[5]

Παράλληλα το Δικαστήριο τόνισε, ότι σκοπός του άρθρου 41 του Νόμου, είναι να διασφαλίσει ότι η Επιτροπή θα ασκήσει τις εξουσίες της για διαπίστωση τυχόν παραβάσεων του Νόμου και επιβολής διοικητικών προστίμων εντός συγκεκριμένων προθεσμιών. Ειδικότερα, το Δικαστήριο σημείωσε ότι «Σκοπός του άρθρου 41 είναι, εξ όσων προκύπτει από το λεκτικό της πρώτης παραγράφου, να διασφαλίσει ότι η Επιτροπή θα ασκήσει τις εξουσίες της για να διαπιστώσει τυχόν παραβάσεις εντός τριών και πέντε ετών αντίστοιχα ή ότι θα προβεί σε εκ πρώτης όψεως διαπίστωση παράβασης και ετοιμασία έκθεσης αιτιάσεων πριν την πάροδο των τριών και πέντε ετών, έτσι ώστε να επέρχεται η διακοπή της προθεσμίας».

Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στοιχειοθετούνται τρεις παραβάσεις του Νόμου εκ μέρους της Αιτήτριας. Ειδικότερα, η Επιτροπή έκρινε ότι η Αιτήτρια είχε παραβιάσει το άρθρο 6(1)(α) του Νόμου, λόγω της επιβολής αθέμιτων λιανικών τιμών για την υπηρεσία miVision, καθώς και για την υπηρεσία miVision μαζί με την υπηρεσία i-choice (εν προκειμένω επιθετικών τιμών). Αναφορικά με τις εν λόγω παραβάσεις, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι, θα μπορούσαν αυτές να θεωρηθούν για το σκοπό επιβολής διοικητικού προστίμου ως κατ’ εξακολούθηση παραβάσεις, με αποτέλεσμα να μην είχε παρέλθει η επιτρεπόμενη εκ του νόμου προθεσμία για επιβολή διοικητικών προστίμων. Όσον αφορά όμως την πρώτη παράβαση, ήτοι την παράβαση του άρθρου 6(1)(α) του Νόμου εκ μέρους της Αιτήτριας λόγω επιβολής αθέμιτων λιανικών τιμών για την υπηρεσία i-choice, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε το δικαίωμα να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο, εφόσον η παράβαση τερματίστηκε το 2006 και η καθοριζόμενη εκ του νόμου προθεσμία είχε παρέλθει.

Κατάληξη

Καταλήγοντας, το Ανώτατο Δικαστήριο ακύρωσε μερικώς την απόφαση της Επιτροπής στην έκταση που αυτή αφορούσε την επιβολή διοικητικού προστίμου αναφορικά με την πρώτη παράβαση, με το σκεπτικό ως έχει εκτεθεί ανωτέρω, ενώ επικύρωσε το υπόλοιπο μέρος αυτής.

 

ΣΧΟΛΙΑ TROJAN ECONOMICS

 

1) Αρχή Ne Bis In Idem

Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Συντάγματος, «κανείς δε διώκεται, ούτε τιμωρείται για το ίδιο αδίκημα δύο φορές». Στην παρούσα υπόθεση, το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τη θέση της Αιτήτριας, καταλήγοντας ότι δεν υπήρξε παράβαση των άρθρων 12 και 179 του Συντάγματος. Συγκεκριμένα, η επανεξέταση της υπόθεσης από την Επιτροπή κρίθηκε ότι δεν ενείχε τον κίνδυνο επιβολής διοικητικής κύρωσης για τα ίδια γεγονότα δύο φορές,[6] εφόσον στην παρούσα υπόθεση είχε ακυρωθεί η προηγούμενη διαδικασία λόγω παρανομίας. Επρόκειτο δηλαδή για μία θεμιτή ενέργεια, εφόσον η αρχή nebisinidem«δεν εμποδίζει, αφ’ εαυτής, την επανάληψη των διώξεων που έχουν ως αντικείμενο την ίδια αντίθετη προς τον ανταγωνισμό συμπεριφορά, όταν η πρώτη απόφαση ακυρώθηκε για τυπικούς λόγους, χωρίς να είχε εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας για τα προσαπτόμενα περιστατικά, αφού η ακυρωτική απόφαση δεν ισχύει ως «αθώωση»….».[7] Όπως χαρακτηριστικά είχε επισημάνει το Ανώτατο Δικαστήριο σε άλλη υπόθεσή,[8] «..η ανάκληση παράνομης διοικητικής πράξης ενεργεί εξ υπαρχής (ex tunc) και επιφέρει εξαφάνιση του αντικειμένου της, δηλαδή της διοικητικής πράξης που ανακαλείται».

2) Δεσπόζουσα Θέση

ToΑνώτατο Δικαστήριο κατ’ επίκληση του άρθρου 14 (3) της Οδηγίας 2002/21/ΕΚ, έκρινε ότι η κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης μπορεί να λάβει χώρα σε άλλη σχετική αγορά, από αυτήν που η υπό εξέταση επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση. Όπως έχει επισημανθεί σε νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η κατοχή δεσπόζουσας θέσης και η κατάχρηση μπορεί να λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικές αγορές, εφόσον η υπεροχή της υπό εξέτασης επιχείρησης της δίδει τη δυνατότητα να μοχλεύσει τη δύναμη της σε άλλες παραπλήσιες αγορές στις οποίες δεν κατέχει δεσπόζουσα θέση, αποκλείοντας ή και αποθαρρύνοντας τους ανταγωνιστές της να ανταγωνιστούν αποτελεσματικά σε αυτές (leveraging of market power).[9] Σημειώνεται επίσης και το γεγονός ότι το λεκτικό του άρθρου 6(1) του Νόμου δεν καθορίζει ότι η παράβαση θα πρέπει να επισυμβαίνει στην ίδια σχετική αγορά εντός της οποίας μία επιχείρηση κατέχει δεσπόζουσα θέση.

3) Προθεσμία επιβολής διοικητικού προστίμου

Το Άρθρο 41 του Νόμου καθορίζει την προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή δύναται να επιβάλλει διοικητικά πρόστιμα. Αδιαμφισβήτητα, πρόκειται για μία ασφαλιστική δικλείδα που επενεργεί υπέρ των δικαιωμάτων του διοικουμένου, εφόσον σχετίζεται άμεσα με τις υποχρεώσεις της διοίκησης να ασκεί τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της εντός συγκεκριμένων χρονικών πλαισίων. Συγκεκριμένα, η προθεσμία για επιβολή προστίμου ξεκινά να ισχύει από την ημέρα που συντελέστηκε η παράβαση ή σε περίπτωση κατ’ εξακολούθησης παράβασης, από την ημέρα τερματισμού αυτής, και διακόπτεται όταν η Επιτροπή λάβει συγκεκριμένες αποφάσεις, οι οποίες και αποβλέπουν στην έναρξη της έρευνας και εξέτασης της πιθανολογούμενης παράβασης των διατάξεων του Νόμου. Το Ανώτατο Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση έκρινε ότι η Επιτροπή υπέπεσε σε πλάνη περί τον νόμο, εφόσον δεν είχε δικαίωμα βάσει του άρθρου 41 του Νόμου να προχωρήσει με την επιβολή διοικητικού προστίμου αναφορικά με την πρώτη στοιχειοθετηθείσα παράβαση. Ειδικότερα, σημειώθηκε ότι η Επιτροπή είχε εξουσία να επιβάλει διοικητικό πρόστιμο σε σχέση με την πρώτη πιθανολογούμενη παράβαση μέχρι και τις 31.12.2011, λαμβάνοντας υπόψη ότι στις 31.12.2006 τερματίστηκε η παράβαση και ότι δυνάμει των προνοιών του άρθρου 41(3) του Νόμου, η περίοδος παραγραφής είχε ανασταλεί στις 20.06.2012, ημερομηνία κατά την οποία είχαν δοθεί οδηγίες από την Επιτροπή για τον καταρτισμό της Έκθεσης Αιτιάσεων. Εφόσον, η αναστολή της περιόδου παραγραφής επήλθε μετά την πάροδο 5 ετών από την ημερομηνία τερματισμού της παράβασης, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι το σχετικό δικαίωμα της είχε παραγραφεί, με αποτέλεσμα να προχωρήσει με ακύρωση της σχετικής απόφασης. Το Ανώτατο Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και τη νομολογία των Δικαστηρίων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σύμφωνα με την οποία η διακοπή της προθεσμίας παραγραφής επέρχεται κατά την ημερομηνία κοινοποίησης της Έκθεσης Αιτιάσεων σε μια τουλάχιστον επιχείρηση που μετείχε στην παράβαση.[10]

Σημειώνεται ότι το άρθρο 41(3) του Νόμου 13(Ι)/2008 καθορίζει ρητά ότι η περίοδος παραγραφής διακόπτεται με την κίνηση διαδικασίας εξέτασης από την Επιτροπή, εφόσον ύστερα από δέουσα προκαταρκτική έρευνα που διενεργείται από την Υπηρεσία, η Επιτροπή διαπιστώσει πιθανολογούμενη παράβαση των διατάξεων του Νόμου.

Τέλος, επισημαίνεται ότι με την τροποποίηση του Νόμου από τον Νόμο 14(Ι)/2014, έχει καθοριστεί ότι η προθεσμία παραγραφής διακόπτεται από κάθε πράξη της Επιτροπής η οποία αποβλέπει στη διεξαγωγή προκαταρτικής έρευνας ή σε διαδικασία εξέτασης πιθανολογούμενης παράβασης των διατάξεων του Νόμου. Στις πράξεις αυτές συγκαταλέγονται ιδίως i) η κίνηση διαδικασίας εξέτασης από μέρους της Επιτροπής μίας παράβασης ύστερα από δέουσα προκαταρτική έρευνα που διενεργείται από την Υπηρεσία, ii) το γραπτό αίτημα της Επιτροπής για παροχή πληροφοριών, iii) η γραπτή εντολή της Επιτροπής για διεξαγωγή επιτόπιας έρευνας και iv) η γραπτή εντολή της Επιτροπής για διεξαγωγή έρευνας σε συγκεκριμένο κλάδο της οικονομίας ή σε συγκεκριμένους τύπους συμφωνιών σε διάφορους κλάδους. Επίσης, καθορίζεται ότι η προθεσμία που ισχύει για την επιβολή διοικητικού προστίμου αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα η απόφαση της Επιτροπής αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούσας διαδικασίας ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου

Λουίζα Κοφινά

 

 

[1] Η καταγγελία εναντίον της Αιτήτριας ενώπιον της Επιτροπής υποβλήθηκε από την PrimeTel Plc.

[2] Βλέπε σχετικά, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Δημοκρατίας κ.α., Α.Ε. 3902, ημερ. 4.12.2007

[3] Υπόθεση Αρ. 2003/12, Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού κ.ά., 29.8.2016.

[4] Οδηγία 2002/21/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 2002, σχετικά με κοινό κανονιστικό πλαίσιο για δίκτυα και υπηρεσίες ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία πλαίσιο).

[5] Αναστασίου ν. Κ.Ο.Τ. (1996)  Α.Α.Δ. 2440: «Όχι μόνο η προσφυγή αλλά και οι λόγοι ακυρότητας πρέπει να προβάλλονται "μετ’ εννόμου συμφέροντος" για να είναι παραδεκτοί» και Αναστασίου ν. Δήμος Παραλιμνίου (2000) 3 Α.Α.Δ. 339.

[6] Βλέπε σχετικά, Φιλίππου ν. Πειθαρχικού Συμβουλίου, Πειθ.Εφ. 2/99 (2000)1Γ Α.Α.Δ.1839.

[7] Υπόθεση C-238/99 P, Limburgse Vinyl Maatschappij κ.λπ. κατά Επιτροπής, [2002] Συλλογή Νομολογίας Δικαστηρίου, σελ. I-08375, σκέψη 62 και Υπόθεση T- 24/07, ThyssenKrupp Stainless κατά Επιτροπής, [2009] Συλλογή Νομολογίας Δικαστηρίου, σελ. II-02309 σκέψη 190.

[8] Βλέπε σχετικά, Χριστ. Καγιάς & Υιοί Λτδ ν. Δημοκρατίας (1989) 3 ΑΑΔ 3329, 3333.

[9] Υπόθεση C-333/94 P, Tetra Pak κατά Επιτροπής, [1996] Συλλογή Νομολογίας Δικαστηρίου, σελ. I-05951, σκέψεις 24-25.

[10] Συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-201/09 P και C-216/09 P, Arcelor Mittal Luxembourg SA v. Ευρωπαϊκής Επιτροπής και Ευρωπαϊκής Επιτροπής v. Arcelor Mittal Luxembourg SA και άλλων, [2011] Συλλογή Νομολογίας Δικαστηρίου, σελ. Ι-02239, παράγραφος 11.