Για πρώτη φορά από την εφαρμογή του Κανονισμού 139/2004 (αφορά στον έλεγχο των συγκεντρώσεων επιχειρήσεων), το ΔΕΕ παρέχει καθοδήγηση σε σχέση με την εφαρμογή του άρθρου 7(1) του εν λόγω Κανονισμού (αφορά την υποχρέωση αναστολής εφαρμογής μιας συγκέντρωσης μέχρι την έκδοση εγκριτικής απόφασης από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή – η παράβαση της εν λόγω υποχρέωσης είναι γνωστή στην βιβλιογραφία και ως gun-jumping). Σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση C-633/16, το κρίσιμο στοιχείο για το κατά πόσον η συμπεριφορά των υπό συγκέντρωση επιχειρήσεων συμβάλλει στην πρόωρη εφαρμογή της συγκέντρωσης κατά παράβαση του άρθρου 7(1) του Κανονισμού είναι εάν τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί από τις υπό συγκέντρωση επιχειρήσεις οδηγούν στην πράξη σε αλλαγή του ελέγχου της επιχείρησης-στόχου. Το κατά πόσον τα εν λόγω μέτρα ενδεχομένως να προκαλούν επιδράσεις στην αγορά δεν είναι σχετικό για σκοπούς διαπίστωσης παράβασης του άρθρου 7(1) του Κανονισμού.

Ειδικότερα, όπως σημείωσε το ΔΕΕ:

  • Το άρθρο 7(1) του Kανονισμού 139/2004 έχει την έννοια ότι μια συγκέντρωση πραγματοποιείται μόνο μέσω μιας πράξης η οποία, εν όλω ή εν μέρει, de facto ή de jure, συμβάλλει στη μεταβολή του ελέγχου της επιχείρησης-στόχου.
  • Συγκέντρωση θεωρείται ότι υπάρχει όταν προκύπτει μόνιμη μεταβολή του ελέγχου από τη συγχώνευση δύο ή περισσότερων προηγουμένως ανεξάρτητων επιχειρήσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων, ή από την απόκτηση, από ένα ή περισσότερα πρόσωπα που ελέγχουν ήδη μία τουλάχιστον επιχείρηση ή από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, άμεσα ή έμμεσα, ελέγχου στο σύνολο ή σε τμήματα μιας ή περισσοτέρων άλλων επιχειρήσεων, εξυπακουομένου ότι ο έλεγχος απορρέει από δικαιώματα, συμβάσεις ή άλλα μέσα που παρέχουν τη δυνατότητα καθοριστικού επηρεασμού της δραστηριότητας μιας επιχείρησης.
  • Το γεγονός ότι κάθε μερική πραγματοποίηση συγκέντρωσης εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του ίδιου αυτού άρθρου ανταποκρίνεται στην απαίτηση εξασφάλισης αποτελεσματικού ελέγχου των συγκεντρώσεων. Πράγματι, αν απαγορευόταν στους μετέχοντες σε συγκέντρωση να πραγματοποιήσουν συγκέντρωση μέσω μιας και μόνης πράξης, αλλά το ίδιο αποτέλεσμα μπορούσε θεμιτώς να επιτευχθεί με διαδοχικές μεμονωμένες πράξεις, τούτο θα μείωνε την πρακτική αποτελεσματικότητα της απαγόρευσης που θεσπίζεται στο άρθρο 7 του Κανονισμού 139/2004 διακυβεύοντας κατά αυτόν τον τρόπο τον εκ των προτέρων έλεγχο που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός καθώς και την επίτευξη των στόχων του.
  • Υπό το ίδιο αυτό πνεύμα στην αιτιολογική σκέψη 20 του εν λόγω Κανονισμού αναφέρεται ότι ενδείκνυται να αντιμετωπίζονται ως ενιαία συγκέντρωση οι πράξεις οι οποίες είναι στενά συναφείς υπό την έννοια ότι συνδέονται υπό όρους ή λαμβάνουν τη μορφή μιας σειράς πράξεων σε τίτλους, που πραγματοποιούνται εντός ευλόγως βραχείας προθεσμίας.
  • Ωστόσο, καθόσον τέτοιου είδους πράξεις, μολονότι έχουν συντελεσθεί στο πλαίσιο μιας συγκέντρωσης, δεν είναι εντούτοις αναγκαίες για να επιτευχθεί μεταβολή του ελέγχου μιας επιχείρησης την οποία αφορά η εν λόγω συγκέντρωση, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρο 7 του Κανονισμού 139/2004. Συγκεκριμένα, οι πράξεις αυτές, ακόμη και αν μπορούν να θεωρηθούν επικουρικές ή προπαρασκευαστικές της συγκέντρωσης, δεν έχουν άμεσο λειτουργικό σύνδεσμο με την πραγματοποίησή της, με αποτέλεσμα η θέση τους σε εφαρμογή να μην είναι, καταρχήν, ικανή να υπονομεύσει την αποτελεσματικότητα του ελέγχου των συγκεντρώσεων.
  • Το γεγονός ότι τέτοιου είδους πράξεις ενδέχεται να παράγουν αποτελέσματα στην αγορά δεν αρκεί αφεαυτού για να δικαιολογήσει διαφορετική ερμηνεία του εν λόγω άρθρου 7. Πράγματι, αφενός, η εκτίμηση των αποτελεσμάτων μιας πράξης στην αγορά αφορά την ουσία της εξέτασης της συγκέντρωσης. Πάντως, η υποχρέωση αναστολής που προβλέπει το άρθρο 7 του Κανονισμού 139/2004 εφαρμόζεται ανεξάρτητα από το αν η συγκέντρωση είναι συμβατή με την κοινή αγορά ή όχι, δεδομένου ότι ο λόγος ύπαρξής της είναι ακριβώς να διασφαλίσει τον εκ μέρους της Επιτροπής αποτελεσματικό έλεγχο όλων των πράξεων συγκέντρωσης.
  • Αφετέρου, δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο πράξη η οποία δεν παράγει κανένα αποτέλεσμα στην αγορά να είναι, παρά ταύτα, σε θέση να συμβάλει στη μεταβολή του ελέγχου της επιχείρησης-στόχου και, ως εκ τούτου, να πραγματοποιεί, τουλάχιστον εν μέρει, τη συγκέντρωση.
  • Κατά συνέπεια, υπό το πρίσμα των σκοπών που επιδιώκει ο Κανονισμός 139/2004, το άρθρο 7(1) του Κανονισμού αυτού πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι απαγορεύει την εφαρμογή από τους μετέχοντες στη συγκέντρωση κάθε πράξης η οποία συμβάλλει στη μόνιμη μεταβολή του ελέγχου επί μιας εκ των επιχειρήσεων τις οποίες αφορά η οικεία συγκέντρωση.

Η πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση του ΔΕΕ βρίσκεται εδώ

 

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου

Διευθύνων Σύμβουλος | Trojan Economics

 

Pin It
Παρέχουμε αποτελεσματικές και έγκαιρες υπηρεσίες
με ρεαλισμό και δημιουργικότητα