Στις 6/9/2017, το ΔΕΕ εξέδωσε την απόφαση του σχετικά με την υπόθεση Intel. Με την εν λόγω απόφασή του, το ΔΕΕ ανέτρεψε την απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου με την οποία επικυρώθηκε το πρόστιμο ύψους 1,06 δισεκατομμυρίου Ευρώ που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Intel για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης.

Η υπόθεση Intel είχε ως αφετηρία την καταγγελία της AMD, κύριας ανταγωνίστριας της Intel, ενώπιον της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η AMD είχε ισχυριστεί ότι η εκπτωτική πολιτική της Intelκαι τα κίνητρα που παραχωρούσε σε μεγάλες κατασκευαστικές εταιρείες ηλεκτρονικών υπολογιστών και εταιρείες διανομής ηλεκτρονικών συσκευών, ήταν αντίθετα με την αντιμονοπωλιακή νομοθεσία.

Κατόπιν σχετικής έρευνας που διεξήγαγε, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διαπίστωσε ότι: (α) η πώληση επεξεργαστών στις κατασκευαστικές εταιρίες Η/Υ (DELL, HP, Lenovo, NEC) με έκπτωση υπό την προϋπόθεση ότι θα προμηθεύονταν αποκλειστικά ή σχεδόν αποκλειστικά όλους τους επεξεργαστές από την Intel, (β) η καταβολή μεγάλων ποσών στην MSH, μία από τις κύριες επιχειρήσεις λιανικής πώλησης ηλεκτρικών συσκευών στη Γερμανία για να πωλεί Η/Υ με επεξεργαστή Intel και (γ) η καταβολή μεγάλων ποσών στις εταιρείες HP, Acer και Lenovo υπό την προϋπόθεση ότι θα ακύρωναν ή θα ανέβαλλαν την προώθηση ή θα περιόριζαν τη διανομή Η/Υ με επεξεργαστές AMD, κατά την περίοδο Οκτώβριο 2002 - Δεκέμβριο 2007, δημιουργούσαν επιδράσεις αποκλεισμού της AMD από την αγορά. Ως εκ τούτου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε με απόφασή της στις 13/5/2009 πρόστιμο στην Intel ύψους 1,06 δισεκατομμυρίου Ευρώ, το μεγαλύτερο χρηματικό πρόστιμο που είχε επιβληθεί μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή για παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας σε μία δεσπόζουσα επιχείρηση. Στην απόφασή της, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι πρακτικές της χορήγησης εκπτώσεων πίστης και παραχώρησης απροκάλυπτων πληρωμών σε κατασκευαστές Η/Υ, προκειμένου να προμηθεύονται μόνον ή σχεδόν μόνον δικούς της επεξεργαστές, ήταν πρακτικές που αφενός εξασφάλιζαν το δέσιμο των μεγάλων κατασκευαστών Η/Υ με αυτήν, περιορίζοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα των ανταγωνιστών της να δραστηριοποιηθούν στην αγορά με ισότιμους όρους ανταγωνισμού, και αφετέρου περιόριζαν τις επιλογές των καταναλωτών.

Η Intel διαφώνησε με την απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και προσέφυγε στο Γενικό Δικαστήριο. Ωστόσο, το Γενικό Δικαστήριο, υιοθετώντας μια αυστηρή γραμμή, απέρριψε την προσφυγή της Inte lκρίνοντας ότι η πρακτική μιας δεσπόζουσας επιχείρησης να προσφέρει εκπτώσεις πίστης σε πελάτες της είναι εκ της φύσεως της περιοριστική του ανταγωνισμού, και ως εκ τούτου απαγορεύεται από το Άρθρο 102 ΣΛΕΕ. Έτσι, χωρίς να εξετάσει την εν λόγω πρακτική υπό το πρίσμα όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, και συγκεκριμένα την ικανοποίηση ή όχι του κριτηρίου του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή που είχε εφαρμόσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην απόφασή της, έκρινε πως η πρακτική της Intel παραβίαζε το Άρθρο 102 ΣΛΕΕ.

Συνακόλουθα, η Intel άσκησε αίτηση αναίρεσης της απόφασης του ΓΔ ενώπιον του ΔΕΕ. Το ΔΕΕ υιοθετώντας την επιχειρηματολογία της Intel ότι το ΓΔ υπέπεσε σε νομικό σφάλμα, καθώς δεν εξέτασε τις επίμαχες εκπτώσεις υπό το πρίσμα όλων των σχετικών περιστάσεων που συγκροτούσαν την συγκεκριμένη υπόθεση, ανέτρεψε την απόφαση του ΓΔ. Έκρινε σχετικά ότι οι εκπτώσεις πίστεως δεν είναι εκ της φύσεως τους αντιανταγωνιστικές και υπογράμμισε ότι όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιλέγει να υιοθετήσει ένα συγκεκριμένο τεστ εκτίμησης, όπως αυτό του εξίσου αποτελεσματικού ανταγωνιστή, τα Δικαστήρια της EE δεν μπορούν να το παραβλέπουν. Εντούτοις, το ΔΕΕ δεν εξέτασε τη νομιμότητα της πρακτικής της Intel αλλά έστειλε πίσω την υπόθεση στο ΓΔ για επανεξέταση στην βάση όλων των περιστατικών της υπόθεσης.

Παρόλο που το ζήτημα της νομιμότητας της πρακτικής της Intel δεν έχει ξεκαθαρίσει ακόμη, η απόφαση του ΔΕΕ είναι σημαντική καθώς ουσιαστικά επικυρώνει την νέα πιο οικονομοκεντρική προσέγγιση που εφαρμόζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, και η οποία εστιάζει στα αποτελέσματα των υπό διερεύνηση πρακτικών των επιχειρήσεων με δεσπόζουσα θέση, αντί στον τύπο των πρακτικών.

Όπως προκύπτει από τις απόφαση του ΔΕΕ, το Δίκαιο του Ανταγωνισμού δεν απαγορεύει πρακτικές που εφαρμόζονται από επιχειρήσεις με δεσπόζουσα θέση, οι οποίες ενισχύουν τα συμφέροντα των καταναλωτών, ακόμη και όταν αυτές αποκλείουν τους λιγότερο αποτελεσματικούς ανταγωνιστές τους, καθώς τέτοιες πρακτικές στην ουσία διασφαλίζουν την καλή λειτουργία της αγοράς. Με αυτή την έννοια, οι σχετικές αναλύσεις των Αρχών Ανταγωνισμού θα πρέπει να συνεκτιμούν το πραγματικό πλαίσιο εντός του οποίου να λαμβάνει χώρα ο ανταγωνισμός και να αξιολογούν την ικανότητα των επίμαχων πρακτικών να περιορίσουν τον αποτελεσματικό ανταγωνισμό.

 

Η απόφαση του ΔΕΕ βρίσκεται εδώ

Tο άρθρο σε μορφή PDF

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στον Οικονομικό Φιλελεύθερο της Κυριακής 30.09.2018.

 

 

Μαριάννα Ορφανού

Η Μαριάννα Ορφανού είναι τριτοετής φοιτήτρια στο Τμήμα Νομικής του Πανεπιστημίου Κύπρου. Το άρθρο έχει ετοιμαστεί στα πλαίσια της πρακτικής άσκησης της Μαριάννας στην Τrojan Economics.

 

 

 

 
Pin It
Παρέχουμε αποτελεσματικές και έγκαιρες υπηρεσίες
με ρεαλισμό και δημιουργικότητα