Άρθρα και Άλλες Δημοσιεύσεις

Θεωρίες της ζημίας και η πρόσφατη Ευρωπαϊκή Οδηγία για τις αποζημιώσεις λόγω παραβάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας

 

Στην οικονομική θεωρία έχει καταγραφεί με σαφήνεια ότι ο ανταγωνισμός κατά κανόνα επενεργεί θετικά στην κοινωνική ευημερία, και συμβάλει στην αποτελεσματικότερη κατανομή των πεπερασμένων πόρων. Από την άλλη, η σκόπιμη στρέβλωση ή και νόθευση της ανταγωνιστικής διαδικασίας περιορίζει την ένταση του ανταγωνισμού, προκαλώντας αρνητικές παρενέργειες που συνεπάγονται σημαντικό κόστος για τους καταναλωτές, τις επιχειρήσεις και την κοινωνία ευρύτερα. Μάλιστα, αυτό το κοινωνικό κόστος τυπικά υπερβαίνει το όφελος που αποκομίζουν οι επιχειρήσεις που εμπλέκονται σε αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές. Για το λόγο αυτό, η λειτουργία της αγοράς δεν θα πρέπει να αφήνεται ανεξέλεγκτη αλλά να υπόκειται σε κανόνες και ρυθμίσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της ανταγωνιστικής διαδικασίας. Επιπρόσθετα, όσες επιχειρήσεις παραβαίνουν τους εν λόγω κανόνες θα πρέπει να τιμωρούνται από τις Αρχές Ανταγωνισμού ή άλλες αρμόδιες αρχές.

Ένα ιδιαίτερα σημαντικό και σχετικό θέμα, το οποίο έχει απασχολήσει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο τα τελευταία χρόνια, αφορά τις διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθηθούν για την αποκατάσταση των ζημιών των καταναλωτών (ενδιάμεσων και τελικών) που έχουν υποστεί βλάβη από αντι-ανταγωνιστικές συμπεριφορές επιχειρήσεων (π.χ. καρτέλ, καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης).

Σύμφωνα με την (πρόσφατη) Οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά µε ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών µελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1]:

«Τα άρθρα 101 και 102 ΣΛΕΕ [Συνθήκη για τη Λετουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης] παράγουν άµεσα αποτελέσµατα στις σχέσεις µεταξύ ιδιωτών και δηµιουργούν, για τους συγκεκριµένους ιδιώτες, δικαιώµατα και υποχρεώσεις τα οποία τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να θέτουν σε εφαρµογή. Τα εθνικά δικαστήρια διαδραµατίζουν ως εκ τούτου εξίσου ουσιαστικό ρόλο στην εφαρµογή των κανόνων ανταγωνισµού (ιδιωτική επιβολή). Κατά την εκδίκαση διαφορών µεταξύ ιδιωτών προστατεύουν τα υποκειµενικά δικαιώµατα δυνάµει του δικαίου της Ένωσης, π.χ. επιδικάζοντας αποζηµίωση υπέρ εκείνων που έχουν θιγεί από παραβάσεις. Η πλήρης αποτελεσµατικότητα των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, ιδίως δε το πρακτικό αποτέλεσµα των απαγορεύσεων που προβλέπονται σε αυτά, προϋποθέτει ότι οιοσδήποτε - είτε πρόσωπο, περιλαµβανοµένων καταναλωτών και επιχειρήσεων, είτε δηµόσια αρχή - µπορεί να αξιώσει ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων αποζηµίωση για ζηµία την οποία υπέστη λόγω παράβασης των εν λόγω διατάξεων. Το ενωσιακό δικαίωµα αποζηµίωσης ισχύει επίσης για τις παραβάσεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ από δηµόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη µέλη χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώµατα κατά την έννοια του άρθρου 106 ΣΛΕΕ.».

Η αναγνώριση και η διασφάλιση του δικαιώματος στους πολίτες και τις επιχειρήσεις για αποζημίωση όταν έχουν υποστεί οικονομική βλάβη αποτελεί την αφετηρία μιας δύσκολης και επίπονης διαδικασίας, λόγω κυρίως των αντικειμενικών δυσκολιών που σχετίζονται με την ποσοτικοποίηση των ζημιών.

Καταρχάς, η δυνατότητα αποζημίωσης για τους πληγέντες προϋποθέτει την ύπαρξη παράβασης της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας. Στη συνέχεια, θα πρέπει να εξεταστεί ο τύπος και η φύση της παράβασης (π.χ. καρτέλ, καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης) και να γίνει ποσοτικοποίηση της ζημιάς που έχει προκληθεί. Για να καταμετρηθεί η ζημιά, χρειάζεται η επιλογή του «εναλλακτικού σεναρίου» (counterfactual scenario), δηλαδή της κατάστασης που θα επικρατούσε στην αγορά εάν δεν υπήρχε η παράβαση. Από τη σύγκριση μεταξύ του εναλλακτικού σεναρίου και της πραγματικής κατάστασης, όταν δηλαδή υπάρχει παράβαση (factual), μπορεί να προκύψει η ζημιά που έχει προκληθεί.

Η κατάλληλη μέθοδος μέτρησης της ζημιάς δεν είναι γνωστή εκ των προτέρων αφού είναι συνάρτηση διαφόρων παραγόντων όπως το είδος της παράβασης, το εναλλακτικό σενάριο που επιλέγεται και τη διαθεσιμότητα στοιχείων και πληροφόρησης. Σε γενικές γραμμές, οι τρόποι μέτρησης της ζημιάς διακρίνονται στις ακόλουθες κατηγορίες[2]:

1.     Συγκριτική μέθοδος (comparator-based)

2.     Μέθοδος χρηματοοικονομικής ανάλυσης (financial-analysis-based)

3.     Μέθοδος δομής αγοράς (market-structure-based) 

Η συγκριτική μέθοδος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη σύγκριση α) των τιμών που επικρατούν στην αγορά εντός της οποία λαμβάνει χώρα η παράβαση με τις τιμές σε μία παρόμοια αγορά σε διαφορετική γεωγραφική περιοχή, β) των τιμών μεταξύ παρόμοιων προϊόντων εντός της ίδιας αγοράς, και γ) των δεδομένων που αφορούν διαφορετικά χρονικά σημεία στην αγορά στην οποία λαμβάνει χώρα η παράβαση. Η μέθοδος χρηματοοικονομικής ανάλυσης, η οποία βρίσκει εφαρμογή κυρίως σε περιπτώσεις καταχρηστικού αποκλεισμού, περιλαμβάνει την εκτίμηση των οικονομικών αποτελεσμάτων των επιχειρήσεων, όπως είναι οι τιμές των μετοχών, η αξία της επιχείρησης, τα έσοδα και τα κέρδη. Όταν υπάρχει παράβαση στην αγορά, η απώλεια κερδών αποτελεί ένα κριτήριο μέτρησης των ζημιών. Για παράδειγμα, όταν μια επιχείρηση είναι θύμα καταχρηστικού αποκλεισμού από προμηθευτές ή ανταγωνιστές της, υπάρχει αρνητικός αντίκτυπος στα κέρδη της και το γεγονός αυτό μπορεί να αποδειχθεί. Στη μέθοδο δομής αγοράς χρησιμοποιούνται διάφορα υποδείγματα που έχουν αναπτυχθεί στην οικονομική θεωρία και ειδικότερα στον τομέα της βιομηχανικής οργάνωσης. Στα υποδείγματα αυτά ενσωματώνονται εμπειρικά στοιχεία προκειμένου να γίνει εκτίμηση των παραμέτρων της αγοράς, προβλέψεις και συγκρίσεις.

Στα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι διαδικασίες που ακολουθούνται στο συγκεκριμένο θέμα δεν είναι ομοιογενείς. Επίσης, το επίπεδο αποτελεσματικότητας των διαδικασιών διαφέρει μεταξύ των κρατών μελών. Στην πράξη η αποζημίωση όσων έχουν υποστεί ζημιές λόγω παραβάσεων της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας δεν αποτελεί συχνό φαινόμενο. Τα ποσά που αποστερούνται κάθε χρόνο όσοι έχουν πληγεί από τις παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας λόγω του ότι δεν αποζημιώνονται ανέρχονται σε αρκετά δισεκατομμύρια ευρώ.[3]

Στην Κύπρο, αποτελεί σπάνιο φαινόμενο οι καταναλωτές και/ή οι επηρεαζόμενες επιχειρήσεις να καταφεύγουν στη δικαιοσύνη για να διεκδικήσουν αποζημιώσεις όταν θεωρούν ότι έχουν πληγεί από τις παράνομες πρακτικές άλλων επιχειρήσεων, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου η Επιτροπή Προστασίας του Ανταγωνισμού διαπιστώσει ότι οι παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας έχουν πράγματι συντελεστεί. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι δεν έχει αναπτυχθεί ακόμη η κατάλληλη κουλτούρα από πλευράς καταναλωτών και επιχειρήσεων. Οι οργανώσεις που εκπροσωπούν τους καταναλωτές, όπως επίσης και οι αντιπρόσωποι των επιχειρήσεων, έχουν σημαντικό ρόλο να διαδραματίσουν όχι μόνο όσον αφορά την ενημέρωση των μελών τους για τα δικαιώματα που έχουν αναφορικά με αποζημιώσεις για βλάβη που έχουν υποστεί από παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, αλλά και επί της ουσίας αφού μπορεί οι ίδιες οι οργανώσεις να προσφύγουν στα αστικά δικαστήρια και να απαιτήσουν αποζημιώσεις για τα μέλη τους (εάν αυτό είναι εφικτό με βάση το καταστατικό τους).

Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί ότι η εκδίκαση των υποθέσεων που αφορούν αποζημιώσεις για παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας θα πρέπει να γίνεται με αποτελεσματικό τρόπο και χωρίς αβεβαιότητα. Αυτό προϋποθέτει καλή γνώση των προνοιών της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, των μεθοδολογιών που ακολουθούνται σε ότι αφορά την ποσοτικοποίηση των ζημιών και των αποφάσεων που έχουν ληφθεί σε άλλα κράτη μέλη σε ανάλογες ή σχετικές υποθέσεις. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 4 της προαναφερόμενης οδηγίας:

«Το δικαίωµα αποζηµίωσης στο δίκαιο της Ένωσης σχετικά µε ζηµίες από παραβάσεις του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου του ανταγωνισµού απαιτεί από κάθε κράτος µέλος να έχει θεσπίσει διαδικαστικούς κανόνες που διασφαλίζουν την αποτελεσµατική άσκηση του εν λόγω δικαιώµατος. Η ανάγκη πρόβλεψης αποτελεσµατικών ένδικων βοηθηµάτων προκύπτει επίσης από το δικαίωµα πραγµατικής ένδικης προστασίας όπως ορίζεται στο δεύτερο εδάφιο του άρθρου 19 παράγραφος 1 της Συνθήκης για της Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ) και στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 47 του Χάρτη Θεµελιωδών ∆ικαιωµάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τα κράτη µέλη θα πρέπει να εξασφαλίζουν αποτελεσµατική έννοµη προστασία στους τοµείς που υπάγονται στο δίκαιο της Ένωσης.».

Επίσης σύμφωνα με την παράγραφο 6 της οδηγίας: «για τη διασφάλιση αποτελεσµατικών δράσεων ιδιωτικής επιβολής στο πλαίσιο του αστικού δικαίου και αποτελεσµατικής δηµόσιας επιβολής από τις αρχές ανταγωνισµού, και τα δύο εργαλεία πρέπει να αλληλεπιδρούν µεταξύ τους ώστε να διασφαλίζεται η µέγιστη αποτελεσµατικότητα των κανόνων ανταγωνισµού.».

Ως τελευταία παρατήρηση, θα πρέπει να υπογραμμιστεί η μεγάλη σημασία που έχουν οι αγωγές για αποζημιώσεις για βλάβη τρίτων (καταναλωτές ή και επιχειρήσεις) από παραβάσεις της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας, ιδιαίτερα όσον αφορά το κόστος που θα έχουν οι επιχειρήσεις που συμμετέχουν σε αντι-ανταγωνιστικές πρακτικές, πέραν από το χρηματικό πρόστιμο που επιβάλλεται από τις Αρχές Ανταγωνισμού. Αναντίλεκτα, οι αγωγές για αποζημιώσεις συμβάλλουν στην αύξηση της αποτρεπτικής ισχύος της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας.

 

Στεφανία Γρίσπου

Σύμβουλος | Trojan Economics

 

 

 

[1] Οδηγία 2014/104/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβούλιου της 26ης Νοεμβρίου 2014 σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημίωσης βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Κείμενο που παρουσιάζει ενδιαφέρον για τον ΕΟΧ), Επίσημη Εφημερία L349 της 5.12.2014, σελ. 1-19. Σύμφωνα με την εν λόγω Οδηγία τα κράτη-μέλη πρέπει να ενσωματώσουν την οδηγία στην νομοθεσία τους μέχρι της 16 Δεκεμβρίου 2016.

[2] Oxera et al. Quantifying antitrust damages. Towards non-binding guidance for courts. Study prepared for the European Commission December 2009 Luxembourg, Publications Office of the European Union, 2010.

[3] Commission of the European Communities. White Paper on Damages actions for breach of the EC antitrust rules. 2008, διαθέσιμη στην ηλεκτρονική σελίδα:

http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=COM:2008:0165:FIN:EN:PDF.

 

Το νέο μας εταιρικό έντυπο είναι διαθέσιμο σε Online έκδοση στην ηλεκτρονική διεύθυνση http://www.trojaneconomics.com/index.php/el/flip.

Είναι επίσης διαθέσιμο σε μορφή pdf

Μεταρρύθμιση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο και το μοντέλο Net Pool

(δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ο Φιλελεύθερος της Κυριακής" στις 2/11/2014)

Σε μία μελέτη που εκπόνησε πρόσφατα η κοινοπραξία Διεθνών Συμβούλων LDKE-Bridge, κατόπιν ανάθεσης από την Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ), διαπιστώθηκε ότι υπάρχει «ανάγκη να αλλάξει το υφιστάμενο μοντέλο οργάνωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο με τρόπο που να μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στη αυξανόμενη διείσδυση των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας». Στη βάση των ευρημάτων της εν λόγω μελέτης, η ΡΑΕΚ εισηγήθηκε στο Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού την εφαρμογή του Μοντέλου Υβριδικής Αγοράς (Νet Pool), το οποίο βασίζεται στο μοντέλο Υποχρεωτικής Κοινοπραξίας Ισχύος (Gross Pool) και το μοντέλο Διμερών Συμβολαίων (Bilateral Contracts) που συμφωνούνται μεταξύ παραγωγών και αγοραστών ενέργειας.

Σύμφωνα με το μοντέλο Υποχρεωτικής Κοινοπραξίας Ισχύος, η αγορά και πώληση ηλεκτρικής ενέργειας λαμβάνει χώρα μέσω μίας κοινοπραξίας, υπάρχει δηλαδή κεντρικός σχεδιασμός και διαχείριση της αγοράς. Συγκεκριμένα, οι παραγωγοί ενέργειας υποβάλλουν προσφορές για την ισχύ ενέργειας που είναι διατεθειμένοι να προσφέρουν στο δίκτυο σε συγκεκριμένη τιμή. Ο διαχειριστής της κοινοπραξίας αποδέχεται προσφορές μέχρι να ικανοποιηθεί η ζητούμενη ποσότητα, η οποία υπολογίζεται είτε στη βάση δικών του προβλέψεων (one-sided pool) είτε λαμβάνοντας υπόψη την ισχύ που ζητούν οι προμηθευτές και αγοραστές ενέργειας (two-sided pool). Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, οι τιμές που λαμβάνουν οι παραγωγοί ενέργειας και οι τιμές που καλούνται να πληρώσουν οι καταναλωτές καθορίζονται από τον κεντρικό διαχειριστή της κοινοπραξίας. Ο εν λόγω διαχειριστής μπορεί να επιβάλει μια ενιαία τιμή για τους παραγωγούς σε επίπεδο που να εκκαθαρίζεται η αγορά, γνωστή και ως η Οριακή Τιμή του Συστήματος, ή να καθορίσει τις τιμές βάσει των προσφορών που υποβάλλουν οι μεμονωμένοι παραγωγοί (pay-as-bid).

Από την άλλη, στο μοντέλο Διμερών Συμβολαίων που συμφωνούνται μεταξύ παραγωγών και αγοραστών ηλεκτρικής ενέργειας, οι συναλλαγές βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στο μηχανισμό της αγοράς. Συγκεκριμένα, οι παραγωγοί έρχονται σε άμεση επαφή με τους αγοραστές ηλεκτρικής ενέργειας και συμφωνούν μεταξύ τους την ισχύ που θα εμπορευθούν, την τιμή αγοράς, καθώς επίσης και την ημερομηνία στην οποία θα πραγματοποιηθεί η συναλλαγή. Προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι εγγενείς κίνδυνοι από τη μεταβλητότητα της παραγωγής και της ζήτησης, και συνακόλουθα των τιμών, έχουν αναπτυχθεί διάφορα παράγωγα προϊόντα, π.χ. ημερήσια αγορά (spot) και προθεσμιακή αγορά (forward), που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης είτε μεταξύ των παραγωγών και των αγοραστών είτε μέσω οργανωμένων αγορών παραγώγων.

Βέβαια, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η απρόσκοπτη λειτουργία της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας με το μοντέλο Διμερών Συμβολαίων, προϋποθέτει την παρέμβαση ενός κεντρικού διαχειριστή και επόπτη, προκειμένου να αντιμετωπίζονται οι ανισορροπίες μεταξύ της προσφερόμενης και ζητούμενης ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας στον πραγματικό χρόνο.

Ένα εναλλακτικός τρόπος οργάνωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας βασίζεται στο υβριδικό μοντέλο (εφαρμόζεται στην Αγγλία και την Ουαλία από το 2001), το οποίο συνδυάζει χαρακτηριστικά των δύο μοντέλων που αναφέρθηκαν πιο πάνω. Συγκεκριμένα, με βάση το υβριδικό μοντέλο υπάρχει η δυνατότητα σύναψης διμερών συμβολαίων μεταξύ παραγωγών και αγοραστών ενώ η Κοινοπραξία εξυπηρετεί όσους παραγωγούς και αγοραστές δεν έχουν συνάψει διμερείς συμφωνίες.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η ιεράρχηση και η επιλογή του κατάλληλου μοντέλου οργάνωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας αποτελεί στην πράξη ένα πολυσχιδές και σύνθετο ζήτημα. Και αυτό διότι η εμπειρία έχει αποδείξει ότι δεν υπάρχει ένα μοντέλο οργάνωσης της αγοράς το οποίο να υπερτερεί πάντοτε έναντι των άλλων. Ακόμη και η εφαρμογή του ίδιο μοντέλου οργάνωσης σε αγορές ηλεκτρικής ενέργειας με διαφορετικά χαρακτηριστικά (π.χ. αριθμός επιχειρήσεων, βαθμός συγκέντρωσης, παραγωγική δυναμικότητα, ενεργειακό μείγμα, διαθεσιμότητα ενεργειακών αποθεμάτων), καταλήγει συνήθως σε ανομοιογενή αποτελέσματα.   

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, αλλά και το γεγονός ότι ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας διασυνδέεται, οριζοντίως και καθέτως, με σχεδόν όλους τους τομείς μίας οικονομίας, οι παρεμβάσεις στο θεσμικό πλαίσιο που ρυθμίζει τη λειτουργία και οργάνωση της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας θα πρέπει να γίνονται με ιδιαίτερη προσοχή. Τυχόν βελτίωση ή επιδείνωση στη λειτουργική αποδοτικότητα της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα έχει επιδράσεις (θετικές ή αρνητικές αντίστοιχα) στην ανάπτυξη και ανταγωνιστικότητα ολόκληρης της οικονομίας.

Κατά συνέπεια, η εισήγηση της ΡΑΕΚ για αλλαγή του μοντέλου οργάνωσης της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας της Κύπρου είναι εξόχως σημαντική. Σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως του μοντέλου που τελικά θα εφαρμοστεί, η αποτελεσματικότητα της προτεινόμενης μεταρρύθμισης θα κριθεί στην πράξη με κριτήριο τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και των ωφελειών που θα προκύψουν στον καταναλωτή.

 

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου

Διευθύνων Συνέταιρος | Trojan Economics

Η φόρμουλα υπολογισμού των τιμών των πετρελαιοειδών του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού

(δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα onlycy.com)

Τις τελευταίες ημέρες κυριαρχεί στη δημόσια συζήτηση, για ακόμη μια φορά, το θέμα των τιμών των πετρελαιοειδών. Η κύρια κριτική που προβάλλεται συνοψίζεται στο ότι ενώ οι τιμές του αργού πετρελαίου έχουν μειωθεί σε σημαντικό βαθμό διεθνώς, οι τιμές των πετρελαιοειδών στην Κύπρο παρουσιάζουν μια σχετική ακαμψία. Για το λόγο αυτό, το Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού (ΕΕΒ&Τ) καλείται να μεσολαβήσει και να δώσει λύσεις.

Είναι γεγονός ότι το Υπουργείο ΕΕΒ&Τ θα μπορούσε να παρέμβει, έστω και προσωρινά, και να καθορίσει τις τιμές που πωλούν οι εταιρείες πετρελαιοειδών (όχι τις τιμές αντλίας) με την έκδοση διατάγματος. Ας υποθέσουμε, για χάρη της συζήτησης, ότι αυτή είναι η μοναδική διαθέσιμη επιλογή για το Υπουργείο ΕΕΒ&Τ, σε περίπτωση που όντως κρίνει ότι η παρέμβαση του είναι επιβεβλημένη. Προκειμένου να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα καθορισμού των τιμών των πετρελαιοειδών, το Υπουργείο ΕΕΒ&Τ θα πρέπει να είναι σε θέση: (α) να αποδείξει ότι οι τιμές της αγοράς είναι αδικαιολόγητα υψηλές και (β) να καθορίσει το ύψος της «λογικής» τιμής. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει είναι με ποιο τρόπο θα αποδειχθεί ότι οι τρέχουσες τιμές είναι αδικαιολόγητα υψηλές. Και στη βάση ποιας μεθόδου θα υπολογιστεί η «λογική» τιμή που θα καθοριστεί μέσω του διατάγματος;

Η μεθοδολογία που χρησιμοποιεί το Υπουργείο ΕΕΒ&Τ για να εκτιμήσει τις «λογικές» τιμές των πετρελαιοειδών ώστε να τις αντιπαραβάλει με τις τιμές που επικρατούν στην αγορά βασίζεται σε μία φόρμουλα, η οποία ουσιαστικά αποτελεί ένα κατάλοιπο της περιόδου όπου η αγορά των πετρελαιοειδών στην Κύπρο ήταν ρυθμισμένη. Η φόρμουλα αυτή είναι γνωστή και ως το «σύστημα PNBS» (Price Negotiations Balance Sheet). Εν συντομία, η εν λόγω φόρμουλα καταλήγει στις τιμές που θα εξασφαλίζουν στις εταιρείες πετρελαιοειδών μία απόδοση στο επενδυμένο τους κεφάλαιο (π.χ. ίση με 12%) σε μια ρυθμισμένη αγορά, βασιζόμενη σε στοιχεία του κόστους των εταιρειών πετρελαιοειδών.

Σε γενικές γραμμές, η εν λόγω φόρμουλα λειτουργούσε ικανοποιητικά ενόσω η αγορά ήταν κλειστή στον ανταγωνισμό και το Υπουργείο ΕΕΒ&Τ καθόριζε, μέσω της έκδοσης διατάγματος, τις τιμές των πετρελαιοειδών στην Κύπρο. Εντούτοις, από τη στιγμή που η αγορά πετρελαιοειδών έχει ελευθεροποιηθεί, η χρήση της εν λόγω φόρμουλας, είτε για να δικαιολογηθεί το ύψος των τιμών των πετρελαιοειδών στην αγορά είτε για να διαταχθεί ο καθορισμός των τιμών σε συγκεκριμένο επίπεδο από τον Υπουργό ΕΕΒ&Τ, καθίσταται ιδιαίτερα προβληματική. Υπάρχουν διάφορα ζητήματα που εγείρονται, ορισμένα λιγότερο και άλλα περισσότερο σοβαρά, σε σχέση με την αξιοποίηση της εν λόγω φόρμουλας και την εξαγωγή συμπερασμάτων στη βάση των αποτελεσμάτων της.

Το πρώτο ζήτημα αφορά στην πηγή των δεδομένων που χρησιμοποιούνται προκειμένου η φόρμουλα να «τρέξει» και να δώσει τις τιμές των πετρελαιοειδών που θα διασφαλίζουν ένα εγγυημένο ποσοστό απόδοσης στο επενδυμένο κεφάλαιο των εταιρειών πετρελαιοειδών. Πιο συγκεκριμένα, με δεδομένη την απόδοση στο επενδυμένο τους κεφάλαιο, οι εταιρείες πετρελαιοειδών έχουν κίνητρο να «φουσκώσουν» τα κόστη τους, ώστε η φόρμουλα να καταλήγει σε υψηλότερες τιμές και να αποκομίζουν υψηλότερα κέρδη. Με άλλα λόγια, η εγγυημένη απόδοση χαλαρώνει τα κίνητρα των εταιρειών πετρελαιοειδών να περιορίσουν τα κόστη τους στο ελάχιστο δυνατό επίπεδο, προκαλώντας διοικητική και παραγωγική αδράνεια.

Ένα επιπρόσθετο ζήτημα είναι ότι η φόρμουλα καταλήγει σε μια ενιαία τιμή για όλες τις εταιρείες πετρελαιοειδών, ανεξάρτητα από το πραγματικό κόστος της κάθε μίας. Ακόμη και εάν αποδειχθεί ότι οι εταιρείες πετρελαιοειδών έχουν συμμετρική δομή κόστους, αυτό δεν συνεπάγεται ότι έχουν κατ’ ανάγκην το ίδιο επίπεδο κόστους. Για παράδειγμα, το κόστος των εταιρειών πετρελαιοειδών μπορεί να διαφέρει λόγω αποκλίσεων στο μέγεθος τους ή και στην στρατηγική που ακολουθούν στην αγορά.

Το σημαντικότερο μειονέκτημα της εν λόγω φόρμουλας είναι ότι υποθέτει ένα μη ελευθεροποιημένο καθεστώς αγοράς στο οποίο δεν υπάρχει τιμολογιακός ανταγωνισμός. Υπενθυμίζεται σχετικά ότι, η εν λόγω φόρμουλα εφαρμοζόταν μέχρι το Μάιο του 2004, όταν και ελευθεροποιήθηκε η αγορά των πετρελαιοειδών, ώστε να υπολογίζονται οι τιμές των πετρελαιοειδών με τρόπο που να εξασφαλίζεται απόδοση 12% στο επενδυμένο κεφάλαιο των εταιρειών πετρελαιοειδών. Συνεπώς, ακόμη και εάν οι εν λόγω εταιρείες πετρελαιοειδών λειτουργούν σήμερα με το ελάχιστο δυνατό κόστος, πράγμα απίθανο, η φόρμουλα του Υπουργείου ΕΕΒ&Τ υπολογίζει τις τιμές που θα δικαιολογούνταν σε ένα περιβάλλον χωρίς ανταγωνισμό ως προς τις τιμές. Αυτό καθίσταται ιδιαίτερα προβληματικό, καθώς η οποιαδήποτε σύγκριση των τιμών στις οποίες καταλήγει η φόρμουλα, η οποία αγνοεί να λάβει υπόψη την ένταση και τα οφέλη του ανταγωνισμού, με τις τιμές που επικρατούν στην αγορά είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει, και εκ των πραγμάτων οδηγεί, σε ανούσια και επισφαλή συμπεράσματα.

Περεταίρω, θα πρέπει να επισημανθεί ότι, η συγκεκριμένη φόρμουλα εξασφαλίζει μία εγγυημένη απόδοση στο επενδυμένο κεφάλαιο των εταιρειών πετρελαιοειδών, εξουδετερώνοντας μία σημαντική παράμετρο της ανταγωνιστικής διαδικασίας που είναι η ανάληψη επιχειρηματικού κινδύνου. Ως εκ τούτου, σε ένα ελευθεροποιημένο περιβάλλον, η εφαρμογή της υπό αναφοράς φόρμουλας ουσιαστικά μεταφέρει το κόστος της ανάληψης επιχειρηματικού κινδύνου στις τιμές των πετρελαιοειδών, διασφαλίζοντας συγχρόνως ένα βέβαιο ποσοστό κέρδους στο επενδυμένο κεφάλαιο των εταιρειών πετρελαιοειδών, όπως θα ίσχυε σε ένα μη ανταγωνιστικό περιβάλλον.

Προκύπτει επομένως από τα πιο πάνω ότι, η εγγενής αδυναμία της φόρμουλας του Υπουργείο ΕΕΒ&Τ να λάβει υπόψη της την παράμετρο του ανταγωνισμού, καθιστά την εν λόγω φόρμουλα ακατάλληλη για να αιτιολογηθεί το ύψος των τιμών στην αγορά ή και για να εκτιμηθεί η «λογική» τιμών των πετρελαιοειδών. Στην πραγματικότητα, η εν λόγω φόρμουλα μεταφέρει όλα τα οφέλη του ανταγωνισμού στις εταιρείες πετρελαιοειδών, αντί στους καταναλωτές, όπως άλλωστε ήταν ο στόχος της ελευθεροποίησης της αγοράς των πετρελαιοειδών. Εκτός και εάν η ελευθεροποίηση της εν λόγω αγοράς προχώρησε προς ικανοποίηση των ενταξιακών απαιτήσεων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και όχι διότι κρίθηκε ότι ο ανταγωνισμός μπορεί να επιφέρει ευεργετικά αποτελέσματα για τους καταναλωτές!.

Συνοψίζοντας, κατά την άποψή μου, η φόρμουλα που χρησιμοποιεί το Υπουργείο ΕΕΒ&Τ δε μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ένα σημείο αναφοράς προκειμένου να αξιολογηθεί το ύψος των τιμών της αγοράς. Συνακόλουθα, μία ενδεχόμενη παρέμβαση του κράτους στηριζόμενη σε αυτή τη φόρμουλα μετά βεβαιότητας θα στρεβλώσει περαιτέρω την κατάσταση αντί να τη διορθώσει. Αυτό που απαιτείται να γίνει άμεσα είναι αλλαγή κουλτούρας. Αν και η αγορά των πετρελαιοειδών έχει ελευθεροποιηθεί εδώ και μια δεκαετία, οι περισσότεροι εξακολουθούν να σκέφτονται με όρους και κανόνες ρύθμισης της αγοράς. Αυτό πρέπει να αλλάξει!

 

Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου

Διευθύνων Συνέταιρος | Τrojan Economics

 

Υποκατηγορίες

Παρέχουμε αποτελεσματικές και έγκαιρες υπηρεσίες
με ρεαλισμό και δημιουργικότητα